Σάββατο 23 Ιουλίου 2011

Δήμιος

Καθώς έβαζα το κεφάλι στην γκιλοτίνα, συντελέστηκε ένα θαύμα. Η ψυχή μου βγήκε από το σώμα μου και μεταφέρθηκε στο σώμα του δήμιου. Λογικά και η ψυχή του δήμιου μεταφέρθηκε αυτομάτως στο δικό μου σώμα. Δεν πρόλαβα όμως να το εξακριβώσω γιατί η κοφτερή λεπίδα έπεσε με φόρα στο πρώην κεφάλι μου.

Μη μπορώντας να συγκρατήσω την χαρά μου για αυτήν την αδιανόητη μεταστροφή της μοίρας, κατρακύλησα αλαλάζοντας από το ικρίωμα και έτρεξα σε μια παρακείμενη ταβέρνα για να μεθύσω. Έπρεπε να γιορτάσω την σωτηρία μου, που ήταν αυτομάτως και μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Όχι μόνο δεν είχα πεθάνει – όπως προέβλεπε η καταδίκη μου αλλά θα άρχιζα και μια καινούργια ζωή χωρίς τα βάρη των λαθών του παρελθόντος. Ήταν η δεύτερη ευκαιρία μου.


Ο αρχικός ενθουσιασμός μου δεν κράτησε πολύ. Η οικογενειακή κατάσταση στο σπίτι του δήμιου ήταν αφόρητη. Μια κακάσχημη και στριμμένη γυναίκα, εφτά κλαψιάρικα και σκανδαλιάρικα παιδιά δεν με άφηναν να ησυχάσω ποτέ. Για να αντέξω το κλίμα άρχισα να πίνω πολύ, κάτι που έκανε και ο ίδιος ο δήμιος από ότι κατάλαβα, πριν αλλάξουμε σώματα. Γύριζα σπίτι αργά και έδερνα την γυναίκα μου. Όπως επίσης έκανε ο προκάτοχός μου. Σιγά σιγά άρχισα να βουλιάζω σε έναν τρόπο ζωής που με ρουφούσε και θαρρείς δεν με άφηνε να ξεφύγω. Συνέχισα όλες τις παλιές συνήθειες του Δήμιου. Κράτησα τους ίδιους φίλους, τις ίδιες συναναστροφές, τα ίδια στέκια, έτρωγα τα ίδια φαγητά, έκανα τις αυτές χειρονομίες. Απλά δεν μπορούσα να ξεφύγω. Θεωρούσα ότι, αφού η Μοίρα μου έδωσε την δεύτερη ευκαιρία μέσα από αυτό το σώμα, δεν μπορούσα να προδώσω την επιλογή της με τίποτα. Έπρεπε να κάτσω εδώ.

Το χειρότερο βέβαια ήταν η δουλειά. Δεν μου άρεζε καθόλου, αν και φυσικά την συνέχισα. Για να την αντέξω έπινα ακόμα πιο πολύ. Απέκτησα και μια εμμονή. Κάθε φορά που αφαιρούσα τη ζωή κάποιου εγκληματία περίμενα ότι την τελευταία στιγμή η ψυχές μας θα βγουν από το σώμα μας και ότι θα βρεθώ αναπάντεχα στην θέση του – όπως συνέβη άλλωστε και στην περίπτωσή της σωτηρίας μου. Αυτό με έκανε να αγαπώ ακόμα περισσότερο την μίζερη ζωή μου και να κολλάω σαν βδέλλα πάνω της.


Τα χρόνια πέρασαν. Γέρασα και συνταξιοδοτήθηκα. Τώρα γράφω τα απομνημονεύματά μου και είμαι σίγουρος ότι πολλοί θα αμφισβητήσουν την εγκυρότητά τους. Οι φόβοι μου για μια δεύτερη μετοίκηση ψυχής δεν επαληθεύθηκαν ποτέ. Αλλά ζω ακόμη μαζί τους. Τώρα φοβάμαι ότι αν πατήσω κατά λάθος ένα μυρμήγκι ή αν ξεριζώσω ένα λουλούδι – κλάσματα δευτερολέπτου πριν την μοιραία πράξη – η ψυχή μου θα εκτοξευτεί από το σώμα μου και θα μεταφερθεί σε αυτά...